• Ελληνικά
  • Español
  • English

Δράστε διαιτο...λογικά! Ανακαλύψτε την ιδανική διατροφή!

Αναζήτηση

Έχουμε 6 επισκέπτες συνδεδεμένους

Νευρική Ανορεξία

Συντάχθηκε απο τον/την Γεωργία Κατσογριδάκη | 20.05.12 |  E-mail | Εκτύπωση | PDF 

Η ψυχογενής ανορεξία (ή νευρογενής ανορεξία) είναι ένα σύνδρομο αυτοεπιβαλλόμενης ασιτίας, στο οποίο το άτομο με τη θέληση του περιορίζει την πρόσληψη τροφής, καθώς φοβάται έντονα μήπως γίνει παχύ. Η πρώτη περιγραφή της διαταραχής αυτής, επιχειρήθηκε το 1689 στην Αγγλία από τον Richard Merton. Έγινε επίσημη κλινική ενότητα το 1873 από τον Lasegue, υπό τον όρο “anorexe nysterique” και από τον Gil στην Αγγλία με την ονομασία “anorexia nervosa”. Τα τελευταία 30 χρόνια μελετάται πολύ διεξοδικά και αυτό αποδεικνύεται από την κυκλοφορία εξειδικευμένου περιοδικού, του “Journal of Eating Disorders”, το οποίο ασχολείται μόνο με την μελέτη των διαταραχών στην πρόσληψη τροφής.

 

ΚΛΙΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ - ΔΙΑΓΝΩΣΗ

 

Για την διάγνωση της πάθησης, χρησιμοποιείται ως μια αναμφισβήτητη κλινική πραγματικότητα και ως ένα σημαντικό σημείο αναφοράς, η συμπτωματική τριάδα του Lasegue, αλλά βέβαια δεν μπορεί, να επαρκέσει για την απόλυτη διάγνωση της. Η τριάδα, άλλωστε, δεν είναι αρκετά εξειδικευμένη και τη συναντούμε σε πολλές παθολογικές καταστάσεις, τόσο οργανικές όσο και ψυχιατρικές.

Πρόκειται για την τριάδα των τριών «Α»:

 

Η Ανορεξία είναι μια συμπεριφορά, συχνά εναρκτήρια της νόσου, που εκδηλώνεται με περιορισμό της τροφής. Πρόκειται πολύ περισσότερο για μια διαστρεβλωμένη στάση απέναντι στην τροφή και τη διατροφή, παρά για ανορεξία με την στενή έννοια της λέξης, αφού είναι εκούσια και θεληματική. Η σημαντική αυτή τροφική αποδιοργάνωση -εκδηλώνεται με μια ελάττωση των θερμίδων που λαμβάνονται, γεγονός που αποτελεί το χαρακτηριστικό κλινικό σύμπτωμα της Ψ.Α (η ημερήσια ποσότητα θερμίδων για τις γυναίκες κυμαίνεται κανονικά ανάμεσα σε 1800 ως 2500 θερμίδες, ενώ συχνά είναι χαμηλότερη από 300 θερμίδες στις ανόρεκτες). Ο περιορισμός αυτός αφορά κυρίως τα γλυκίδια και τα λίπη παρά τις πρωτεΐνες

 

Η Αμηνόρροια, μπορεί και αυτή να είναι εναρκτήριο σύμπτωμα της κλινικής εικόνας και εντάσσεται πολύ καλά στο φάσμα των ενδοκρινολογικών διαταραχών (δυσωορρηξία, δυσμηνόρροιες, σπανιομηνόρροιες, αμηνόρροιες). Στην αντίθετη περίπτωση, εκδηλώνεται συνήθως μερικούς μήνες μετά την εμφάνιση των δύο άλλων στοιχείων της τριάδας. Ανάλογα με το πόσο προχωρημένη είναι η εφηβική ανάπτυξη (και η ηλικία της άρρωστης), πρόκειται για πρωτογενή ή δευτερογενή αμηνόρροια, που είναι και η συχνότερη περίπτωση.

 

Η Απίσχνανση εμφανίζεται πάντα ως δευτερογενές αποτέλεσμα της ανορεξίας. Εξελίσσεται εξαρτημένη ως προς την κλινική της έκφραση, από τις συνηθισμένες ιδιομορφίες του διαιτολογίου αυτών των αρρώστων, που διατηρούν για πολύ καιρό τη λήψη πρωτεϊνών, δικαιολογώντας έτσι την τάση να μιλάμε για αδυνάτισμα παρά για απώλεια βάρους.

 

Ο υποσιτισμός και η απίσχνανση συνοδεύονται από ένα σύνολο σωματικών, βιολογικών και ενδοκρινολογικών συμπτωμάτων, που όμως, δεν είναι απόλυτα ειδικά.

 

ΑΛΛΕΣ ΣΩΜΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ

Από σωματική άποψη εντοπίζουμε τα συνηθισμένα σημεία του υποσιτισμού, όπως τις αλλοιώσεις του δέρματος (ξηρό, ρυτιδωμένο) και των ονύχων (ραβδωτών, εύθραυστων). Παράδοξα, η τριχόπτωση φαίνεται να παρουσιάζεται συχνά κατά την επαναπόκτηση βάρους. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι τουλάχιστο για ένα μακρύ χρονικό διάστημα της εξέλιξης, δεν εμφανίζονται συμπτώματα όπως ο αποχρωματισμός και η αποψίλωση των γεννητικών περιοχών και της μασχάλης. Αντίθετα, η υπερτρίχωση παρουσιάζεται τόσο συχνά ώστε να αποτελεί μέρος των διαγνωστικών κριτηρίων της αμερικανικής σχολής. Οι διαταραχές από το κυκλοφορικό είναι συχνές, ιδιαίτερα εμφανείς στις χρόνιες μορφές της νόσου, που εκδηλώνονται συνήθως ως ακροκυάνωση.

Η υπόταση και η βραδυκαρδία απαντούνται επίσης αρκετά συχνά. Στο σύνολό τους, οι σωματικές αυτές διαταραχές, συμβάλλουν στο να προσδίδεται στις άρρωστες αυτές, η εντυπωσιακή εμφάνιση νεαρής γυναίκας, πρόωρα γηρασμένης. Την ψυχογενή ανορεξία συνοδεύουν ακόμη, πολλές ορμονικές και μεταβολικές διαταραχές. Οι περισσότερες από αυτές δεν είναι ειδικές, γιατί τις συναντάμε σε όλες τις καταστάσεις παθολογικής απίσχνανσης - δεν είναι, λοιπόν παρά οι συνέπειες του υποσιτισμού, όπως δυσλειτουργία ή έκπτωση του παγκρέατος, το οποίο συμμετέχει στη διατήρηση της γλυκαιμίας, κίνδυνος προσβολής των νεφρών, λόγω του ότι οι ανορεξικοί αποφεύγουν λίπη και υδατάνθρακες με αποτέλεσμα να καταναλώνουν μόνο πρωτεΐνες, ακόμη αθλητές που πάσχουν από τη νόσο αυτή αντιμετωπίζουν μεγαλύτερο κίνδυνο για κατάγματα που οφείλονται σε οστεοπόρωση, λόγω της μείωσης της οστικής μάζας – η κατάσταση αυτή είναι αναστρέψιμη σε νεαρές γυναίκες-, πρόβλημα στην καρδιακή λειτουργία λόγω της ελάττωσης λήψης βιταμινών και μετάλλων, και τέλος όταν η απώλεια βάρους ξεπερνά το 40% του βάρους του σώματος, όλα τα όργανα του σώματος, συμπεριλαμβανομένων της καρδιάς και του εγκεφάλου, αξιοποιούν τα συστατικά τους ως πηγή ενέργειας, για τη διατήρηση του σώματος στη ζωή. Η κατάσταση αυτή δεν είναι αναστρέψιμη και για το λόγο αυτό η ψυχογενής ανορεξία θεωρείται ως μία δυνητικά θανατηφόρος νόσος.

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΑ ΙΔΙΟΜΟΡΦΕΣ ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ

Ι. Διαστρεβλωμένη συμπεριφορά απέναντι στη τροφή.

Η συμπεριφορά αρχίζει να διαφαίνεται από την τάση των νεαρών συνήθως κοριτσιών αυτών, που προφασίζονται την έλλειψη όρεξης για να δικαιολογήσουν την ελάττωση της τροφικής ανάλωσης. Στην πράξη, ο περιορισμός αυτός δεν είναι μονάχα ποσοτικός αλλά και ποιοτικός εξαιτίας της συνήθειας να επιλέγουν την τροφή (αρχικός αποκλεισμός της ζάχαρης, του βουτύρου, κάθε αμυλώδους) και στη συνέχεια, μια δίαιτα που περιλαμβάνει σχεδόν αποκλειστικά φρούτα, χορταρικά και λίγο κρέας, της τάσης να τσιμπολογούν άτακτα και αναρχικά, των συνεχών παράδοξων προκαταλήψεων σε ότι αφορά την τροφή, το μαγείρεμα, το διαιτολόγιο (οι ανόρεκτες αναπτύσσουν συχνά σε σημαντικό βαθμό μαγειρικές δραστηριότητες, για τους άλλους). Υπάρχουν όλες οι διαβαθμίσεις ανάμεσα σε αυτές τις στοιχειώδεις ανωμαλίες και σε μια μείζονα διαστρέβλωση της διατροφής, με συσσώρευση και κλοπή τροφής (και ενδεχόμενα και άλλων μάλλον συγγενικών αντικειμένων). Συχνά παρατηρείται κάποια κλεπτομανία στις ανόρεκτες. Διαπιστώνονται επίσης και συμπεριφορές βουλιμίας που ακολουθούνται συχνά από αυτοπροκαλούμενους εμετούς. Η συχνή προσφυγή σε καθαρτικά, υπάγεται στην ίδια προοπτική αναζήτησης της κένωσης του πεπτικού σωλήνα.

Η ενεργός αυτή πάλη ενάντια στην πείνα που διεξάγεται πεισματικά όσο οδυνηρή και αν είναι, αποτελεί αναμφισβήτητα μια πηγή έντονης ικανοποίησης. Μπορεί κανείς να συσχετίσει την ικανοποίηση αυτή με ένα αίσθημα κυριαρχίας και ελέγχου που εκπληρώνεται. Ορισμένοι συγγραφείς την ερμηνεύουν ως την ερωτικοποίηση της αίσθησης της πείνας—αντικείμενο γοητείας λένε και μιλούν ακόμα για «οργασμό της πείνας». Η πραγματική κατάργηση του αισθήματος της πείνας – μετά από ένα ορισμένο χρονικό διάστημα της εξέλιξης, είναι σε γενικές γραμμές άμεσα συνδεδεμένη με τις επιπτώσεις της νηστείας. Συμμετέχει στον ψυχοπαθολογικό φαύλο κύκλο που γρήγορα εγκαθίσταται στη ψυχική ανορεξία και που πρέπει να ληφθεί υπόψη από θεραπευτική άποψη – εξηγώντας την αποτυχία κάποιων αυθόρμητων προσπαθειών για επανάληψη μιας κανονικής διατροφής.

 

ΙΙ. Διαταραχές της εικόνας του σώματος και της αντίληψης των αναγκών του.

Οι διαταραχές αυτές εκδηλώνονται με τους παρακάτω τρόπους:

v Ο έντονος και μόνιμος φόβος του πάχους, που προκαλεί το θεληματικό περιορισμό των θερμίδων, ανεξάρτητα από το βαθμό ισχνότητας, αποτελεί για τις άρρωστες αυτές μια σταθερή φροντίδα και δικαιολογεί αδιάκοπους ελέγχους (ζύγισμα, καταμετρήσεις), δικαιολογεί ακόμη την προσφυγή σε διάφορα φάρμακα (καθαρτικά, διουρητικά, αμφεταμίνες). Παρατηρείται επίσης, μία λανθασμένη αντίληψη της εικόνας του σώματος ή δυσμορφοφοβία.

v Η παραγνώριση της σωματικής κατάστασης και συνακόλουθα της ισχνότητας, συμβαδίζει με την παραγνώριση και την άρνηση της αναγνώρισης της ασθένειας. Όλοι οι συγγραφείς επιμένουν σχετικά με την αδιαφορία των ασθενών για την κατάσταση τους, με την πλήρη έλλειψη έκδηλου άγχους μπροστά στο αδυνάτισμά τους.

 

v Πέρα από την εξωτερική τους όψη αγνοούνται επίσης και οι ανάγκες του σώματος. Έτσι μπορεί να κατανοηθεί η φαινομενική έλλειψη ευαισθησίας στο κρύο των ασθενών αυτών που βλέπει κανείς ελαφρά ντυμένες, όποια και αν είναι η θερμοκρασία, παρόλο που φέρουν τα ίχνη του κρύου (σκάσιμο δέρματος). Ακόμη εξηγούνται κατά ένα μέρος, η υπερδραστηριότητα και η άρνηση να παραδεχθούν την κόπωση και την ανάγκη για ύπνο. Η υπερδραστηριότητα αυτή, επίσης πολύ χαρακτηριστική της κλινικής εικόνας της Ψ.Α– πηγάζει: από το καταναγκαστικό και παραληρηματικό σύστημα που εντοπίζεται στην ανάλωση θερμίδων (κάθε ανάλωση – όσο ασήμαντη και αν

 

v είναι- πρέπει με αυτή την προοπτική να καταναλωθεί) και οι άρρωστες αυτές εκφράζουν το πόσο οι σημαντικές ενασχολήσεις με φυσικές ασκήσεις – αναγκαστική πορεία, εξάντληση – συνδέονται με την επιτακτική αυτή ανάγκη.

 

ΙΙΙ. Δεσμευμένη συναισθηματικότητα και κοινωνική ψευδοπροσαρμογή.

 

Οι σχέσεις των ανορεκτικών είναι σε γενικές γραμμές επιφανειακές. Αυτές είναι συχνά πολυάριθμες στην αρχή, μαρτυρώντας μια ακόρεστη απληστία για σχέσεις, αλλά αργότερα κατά κανόνα γίνονται πολύ πιο σπάνιες. Όποιος και να είναι ο αριθμός των σχέσεων αυτών και η φαινομενική φυσιολογικότητα που προσπαθούν να προσδώσουν, κρύβουν το βίωμα απομόνωσης αυτών των αρρώστων που νιώθουν τον εαυτό τους οδυνηρά διαφορετικό από τις άλλες. Παρατηρούμε επίσης, έλλειψη σεξουαλικής ευχαρίστησης. Η προοδευτική αναδίπλωση της ανόρεκτης στον εαυτό της, είναι συνέπεια της συναισθηματικής αναστολής και της αδυναμίας να βρει μια ικανοποιητική απόσταση στις σχέσεις της με τους άλλους. Η υπερβολική επένδυση των σχολικών δραστηριοτήτων, της χρησιμεύει συχνά ως εκλογίκευση που ταυτόχρονα έχει και την αξία ναρκισσικής επιβεβαίωσης. Η ανόρεκτη περιγράφεται κλασικά σαν μια κοπέλα που το διανοητικό της επίπεδο ξεπερνά το μέσο όρο, αν και παρουσιάζει μια σχολική υπερδραστηριότητα – φτωχή και με ελάχιστη φαντασία – παρά μια πραγματική διανοητική υπερδραστηριότητα, πλούσια και δημιουργική. Άλλωστε μετά από κάποιο χρονικό διάστημα της εξέλιξης – ο σημαντικός χρόνος που αφιερώνει στις σχολικές δραστηριότητες σχετίζεται περισσότερο με την ελάττωση των επιδόσεων που προκαλείται από τον υποσιτισμό – παρά από την υπερβολική επένδυση αυτών των δραστηριοτήτων. Η κοινωνική προσαρμογή επομένως, αποτελεί απλά μια επιφανειακή ψευδοπροσαρμογή, που οφείλεται κυρίως στην ανάγκη αυτών των αρρώστων για φυσιολογικότητα και για τελειοθηρία.

ΙV. Αισθήματα ανεπάρκειας, ανικανότητας, κενού.

 

Τα αισθήματα αυτά τα οποία απαντούν σταθερά, τα εκφράζουν οι ανόρεκτες με σχετική ευκολία, κυρίως στις κάπως εξελιγμένες μορφές, όπου η ψευδαίσθηση της αυτοκυριαρχίας και της παντοδυναμίας δεν αντέχουν στη δοκιμασία του χρόνου. Έχει μεγάλη σημασία να επιτραπεί να εκφρασθούν από την πρώτη κιόλας συζήτηση με το θεραπευτή, αφού η άρρωστη θα παρουσιάζει έλλειψη εμπιστοσύνης στον εαυτό της και θα έχει την τάση να αμφιβάλλει για τις ίδιες της τις δυνατότητες. Αυτή η συγκινησιακή αντίδραση που συνοδεύεται συχνά με κλάματα, μπορεί να επιτρέψει να διαφανεί το αίτημα για μια ελάχιστη βοήθεια, το οποίο όμως είναι απαραίτητο για την κατοπινή θεραπεία. Τα αισθήματα αυτά εκδηλώνονται συχνά με εκφράσεις του τύπου: «Δεν έχω ποτέ τίποτα να πω…θεώρησα πάντα τον εαυτό μου χωρίς ενδιαφέρον…δεν κάνω πια παρέα με κανέναν γιατί είμαι βέβαιη πως με θεωρούν ανόητη, καθόλου διασκεδαστική». Οι εκδηλώσεις αυτές συνδέονται με τον φόβο αποτυχίας, με τον φόβο ότι δεν ανταποκρίνονται στις προσδοκίες της μητέρας, ειδικά στον εκπαιδευτικό τομέα, παρά τα καλά τους αποτελέσματα. Πίσω από αυτά τα αισθήματα ανικανότητας τα οποία εκφράζονται συχνά και με μορφή εσωτερικού κενού, βρίσκεται το βασικό πρόβλημα της ταυτότητας αυτών των ασθενών που «βιώνουν το είναι τους χωρίς ψυχικές άμυνες, ως προϊόν των άλλων, χωρίς δραστική συνείδηση του εαυτού τους».

 

V. Καλυμμένη σύγκρουση με το άμεσο περιβάλλον

 

Η ανορεκτική συμπεριφορά δεν μπορεί να απομονωθεί από το πλαίσιο των σχέσεων μέσα στο οποίο οργανώνεται και το οποίο τη φωτίζει. Πρόκειται πραγματικά για πρόσκληση και πρόκληση ως προς το οικογενειακό περιβάλλον, αμφιθυμική αναζήτηση μιας αυτόνομης ταυτότητας, που όσο την επιθυμεί τόσο και τη φοβάται. Οι αντιδράσεις λοιπόν του περιβάλλοντος πρέπει να ληφθούν υπόψη όσον αφορά τη διάγνωση. Συνήθως η οικογένεια έχει την τάση – σε πρώτη φάση – να εκδηλώνει κάποια αδιαφορία, πριν ανοίξει βίαια τα μάτια της προς τη σοβαρότητα της κατάστασης. Τότε αρχίζει ένας πραγματικός οικιακός και επισιτιστικός «μικρός πόλεμος» κατά τον οποίο η παθητική αντίσταση της ανόρεκτης ανταποκρίνεται στις αυξανόμενες υποκινήσεις του περιβάλλοντος που γρήγορα «εξουθενώνεται». Το περιβάλλον πολλαπλασιάζει τις διάφορες απόπειρες του, εναλλάσσοντας με μεταβαλλόμενη χρονολογία και χωρίς αποτέλεσμα, διάφορες στάσεις αυστηρότητας, κατανόησης, δραματοποίησης και επιτηδευμένης υποτίμησης του προβλήματος. Η άρρωστη ανακαλύπτει τότε, ανύποπτες δυνατότητες παρεμβάσεων και χειρισμών σε ένα περιβάλλον από το οποίο, ως τώρα, νόμιζε πως ήταν απόλυτα εξαρτημένη και δεν θα διστάσει να τις χρησιμοποιήσει. Μέσα σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο της παθητικότητας και της φαινομενικής αποδοχής που διακινεί επιτήδεια τους άλλους, εγγράφονται τα ψέματα και οι συμπεριφορές προσποίησης στις οποίες η ανορεκτική αποδεικνύεται γρήγορα τεχνίτης. Οι συμπεριφορές αυτές διατηρούνται συχνά στην αρχή της νοσοκομειακής περίθαλψης ιδίως όταν το νοσηλευτικό προσωπικό δεν φροντίζει να αποφύγει την επανάληψη των οικογενειακών συμπεριφορών. Είναι γνωστό με πόση επιδεξιότητα οι άρρωστες αυτές είναι ικανές να αποκρύψουν ή να αποβάλουν τροφές και εμετούς. Ακριβώς κάτω από αυτές τις ιδιαίτερες συνθήκες, η ανόρεκτη σέρνεται τελικά – από απελπισμένους γονείς, παππούδες, θείους και θείες – στους γιατρούς, ενώ οι συγγενείς ονειρεύονται πως θα ανακαλυφθεί μια οργανική αιτία που θα προσφέρει μια θεραπευτική λύση και συνάμα θα τους απαλλάξει από κάθε συναίσθημα ενοχής.

 

ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΠΡΟΚΛΗΣΗΣ

 

Η ψυχογενής ανορεξία θεωρήθηκε συχνά σαν ένας τρόπος αντίδρασης σε μια τραυματική κατάσταση του συναισθηματικού και του σεξουαλικού φάσματος. Από τους παράγοντες πρόκλησης που συχνότερα αναφέρονται και ανευρίσκονται στο αναμνηστικό, μπορούμε να αναφέρουμε τους::

 

Ø Θάνατος ή χωρισμός από ένα στενό συγγενή (θάνατος του παππού, γάμος μιας αδελφής ή ενός αδελφού κ.α) ακόμα μέσα στην ίδια λογική η απομάκρυνση από το οικογενειακό περιβάλλον (είσοδος σε οικοτροφείο) και όλες οι καταστάσεις όπου τα άτομα έρχονται αντιμέτωπα με την εξάρτηση και από το περιβάλλον και με το άγχος του χωρισμού, της αυτονόμησης.

 

Ø Αντιπαράθεση με τη σεξουαλική προβληματική, είτε αυτή είναι πραγματική και άμεση (πρώτη σεξουαλική σχέση, σεξουαλικός τραυματισμός), είτε συχνότερα, έμμεση και φαντασιωσική (δεσμός μιας αδελφής, συνάντηση με ένα νεαρό, πρώτο πάρτυ).

 

Ø Ύπαρξη περισσότερου φυσιολογικού βάρους, το οποίο είναι σχετικά εμφανές, προπάντων όταν προκαλεί κοροϊδευτικά σχόλια.

 

Ø Προοπτική εξετάσεων ή αποτυχία σε αυτές, συνθήκες που επαναδραστηριοποιούν το συναίσθημα ανικανότητας.

ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΜΟΡΦΕΣ

 

Ι ΑΝΑΛΟΓΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΝΤΑΣΗ ΤΩΝ ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΩΝ

 

Α) Οι ελάσσονες μορφές: Χαρακτηρίζονται κλινικά συνήθως από την περιορισμένη ανορεκτική αποφασιστικότητα των ασθενών και από μια έκδηλη καταθλιπτική τάση, η οποία δεν εμφανίζεται στην κλασική μορφή. Σε αυτή τη μορφή τίθεται το ερώτημα των ορίων της παθολογίας, ιδίως αν λάβει κανείς υπόψη, το ότι στις δυτικές κοινωνίες θεωρείται ως πρότυπο η διατήρηση ενός λεπτού σώματος.

 

Β) Οι βαριές μορφές: Εκδηλώνονται με τον δραματικό και ανυποχώρητο χαρακτήρα μιας ανορεκτικής συμπεριφοράς, η οποία οδηγείται από βίαια αποφασιστικότητα, παρά τις καταστροφικές συνέπειες της, σε ένα σώμα του οποίου η καχεξία οδηγεί αναμφίβολα στον θάνατο. Δεν είναι λοιπόν σπάνιο να γίνεται η εισαγωγή στο νοσοκομείο με την ευκαιρία μιας απώλειας των αισθήσεων ή ενός κώματος – μιας κοπέλας που ζυγίζει λιγότερο από 30 κιλά και που ενδεχόμενα φέρει εσχάρες και συχνά οιδήματα από τη στέρηση βασικών ουσιών. Εκτός από την κωματώδη κατάσταση παρατηρούνται και άλλες διαταραχές της συνείδησης. Αυτές οι βαριές μορφές δικαιολογούν μια αυστηρή παρακολούθηση από ειδικούς γιατί ο κίνδυνος του θανάτου είναι αναμφισβήτητος

ΙΙ ΑΝΑΛΟΓΑ ΜΕ ΤΗΝ ΗΛΙΚΙΑ

 

Α) Στην κλασική μορφή της εφηβείας η έναρξη των διαταραχών τοποθετείται ανάμεσα στο 12-20 έτος της ηλικίας. Οι επιστήμονες παρατήρησαν αιχμές της νόσου που παρουσιάζονται στην ηλικία των 14,5 και 18 ετών. Το γεγονός αυτό εξηγείται μάλλον από το ότι η περίοδος αυτή αντιστοιχεί σε δυο περιόδους της εφηβείας κατά τις οποίες η εξάρτηση από την οικογένεια αλλάζει βαθύτατα. Οι νεότερες ανόρεκτες παρουσιάζουν τα πιο χαρακτηριστικά συμπτώματα της νόσου και υποβάλλονται γρήγορα σε παρακολούθηση και θεραπεία ενώ οι μεγαλύτερες που εισάγονται στο νοσοκομείο αργότερα, παρουσιάζουν συνήθως συμπτώματα κατάθλιψης τα οποία χρονολογούνται από παλιά.

 

Β) Στην περίπτωση του παιδιού. Η πρόγνωση της παιδικής ανορεξίας είναι μάλλον απαισιόδοξη κυρίως λόγω ανάσχεσης της ανάπτυξης.

 

Γ) Η ανορεξία του βρέφους. Πρόκειται κυρίως για την ψυχολογική ανορεξία του δεύτερου εξάμηνου ή ακόμα και της αρχής του δεύτερου έτους ζωής.

 

Δ) Η ανορεξία στον ηλικιωμένο. Συχνά μαρτυρεί μια υπονοούμενη επιθυμία να καταλήξει. Πρόκειται για άτομα που χωρίς να εμφανίζουν κατάθλιψη με την στενή έννοια του όρου, εξαιτίας της απομόνωσης τους, της απώλειας της ταυτότητας τους και μερικές φορές λόγω πολλών σωματικών κακουχιών, χάνουν κάθε ελπίδα για το μέλλον τους.

 

Ε) Η ψυχογενής ανορεξία της ενήλικης γυναίκας. Πρέπει να γίνεται διαχωρισμός ανάμεσα στις εφηβικές μορφές που παρατείνονται με την ενηλικίωση και στις πραγματικές μορφές ανορεξίας της ενήλικης γυναίκας, που εμφανίζονται σε γυναίκες, χωρίς προηγούμενο ιστορικό ανορεξίας, παντρεμένες και με παιδιά. Στην περίπτωση αυτή, άσχετα αν πέρασε ή όχι η εφηβική ανορεξία απαρατήρητη, διαπιστώνεται γενικά μια σχετική ισορροπία ανάμεσα στις βουλιμικές συμπεριφορές και στους ηθελημένους εμετούς, στα καθαρτικά και τα διουρητικά που συντελούν στο να διατηρείται ένα μάλλον σταθερό βάρος – έστω και πολύ χαμηλό – με τίμημα, έναν τρόπο ζωής ιδιαίτερα φτωχό και ριζικά διαταραγμένο. Η πραγματική ανορεξία της ενήλικής αποτελεί συχνά αντίδραση σε ένα συναισθηματικό ή υπαρξιακό κλονισμό (θάνατος κάποιου συγγενή, εγκυμοσύνη). Η ανορεξία αυτή επισημαίνει τη βίαιη αποδιοργάνωση μιας προσαρμοσμένης, μέχρι τότε προσωπικότητας, έστω και αν αυτή ήταν εύθραυστη και ελαττωματικά δομημένη. Η πρόγνωση της είναι γενικά άσχημη.

 

ΙΙΙ ΑΝΑΛΟΓΑ ΜΕ ΤΟ ΦΥΛΟ

 

Η ανδρική ψυχογενής ανορεξία. Θεωρείται πολύ σπάνια. Η νόσος χαρακτηρίζεται κλασικά από τη συχνότητα των βαριών μορφών, γεγονός που οδήγησε ίσως λίγο υπερβολικά στο να θεωρηθεί ως ψυχωτική ανορεξία λόγω των σχιζοειδών χαρακτηριστικών της προσωπικότητας, σε αντίθεση με τη γυναικεία ανορεξία που θεωρείται νευρωσική. Η ανδρική μορφή ελάχιστα διαφέρει κλινικά στο σύνολό της από την τυπική γυναικεία μορφή. Όσον αφορά το γεγονός ότι η γυναικεία ανορεξία εμφανίζεται αριθμητικά πολύ περισσότερο, ελάχιστες πραγματικά ικανοποιητικές εξηγήσεις δόθηκαν ως τώρα σχετικά με τη στατιστική αυτή διαπίστωση. Πέρα από τα κοινωνικο-πολιτιστικά δεδομένα που υπογραμμίζουν το κοινωνικό ιδανικό της λεπτής γυναίκας, προωθείται κυρίως ένας αριθμός ψυχαναλυτικών απόψεων.

 

ΙV ΑΝΑΛΟΓΑ ΜΕ ΤΗ ΔΟΜΗ ΤΗΣ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΗΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑΣ

 

Συνήθως οι κλινικές μορφές περιγράφονται ανάλογα με την υποκείμενη προσωπικότητα, καθώς η Ψ.Α είναι ένα σύνδρομο που δεν προεικάζει τη δομή της προσωπικότητας στην οποία ριζώνει. Έτσι, η υστερική προσωπικότητα θεωρείται ως η συχνότερη και χαρακτηρίζεται– από την τάση για αυτάρεσκη επίδειξη της ισχνότητας και από τον ιδιαίτερα αποτελεσματικό διακριτικό και προκλητικό χειρισμό του περιβάλλοντος. Αντίθετα, οι ψυχαναγκαστικές μορφές χαρακτηρίζονται από την τάση προς την αμφιβολία, προς την αγχώδη ανάκληση των ίδιων σκέψεων και προς την ενοχή, ιδιαίτερα όσον αφορά τις βουλιμικές κρίσεις. Οι φοβικές μορφές οδηγούν σε μια μάλλον απαισιόδοξη πρόγνωση. Τέλος, ορισμένες εξαιρετικά βαριές μορφές που μπορούν να εξελιχθούν σε αυθεντικές σχιζοφρένειες θα ονομάζονταν ψυχωσικές ή προ-ψυχωσικές.

 

Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΤΗΣ ΑΝΟΡΕΚΤΗΣ

Οι οικογένειες αυτές αν και χαρακτηρίζονται συχνά σαν φυσιολογικές, πολλές μελέτες απέδειξαν ότι πίσω από την πρόσοψη φυσιολογικότητας κρύβεται μια αρκετά παθολογική οικογενειακή οργάνωση. Κατά τις πρώτες συνεντεύξεις με τον γιατρό, η οικογένεια αυτοπεριγράφεται με ευαρέσκεια, σαν σχεδόν ιδανική, οικογένεια που δεν γνώρισε ποτέ το παραμικρό πρόβλημα, με τέλεια συνεννόηση ανάμεσα σε όλα τα μέλη της. Η ανόρεκτη κόρη ήταν συχνά το παιδί-παράδειγμα, που δεν προκάλεσε ποτέ το παραμικρό πρόβλημα στους γονείς του, όσον αφορά την εκπαίδευση, την υγεία, τη συμπεριφορά και τη διατροφή. Με λίγα λόγια, τίποτα δεν άφηνε να προβλεφθεί μια τέτοια συμπεριφορά, φαίνεται να ισχυρίζονται οι γονείς που δε δέχονται να θεωρηθούν μέτοχοι αυτού που συμβαίνει. Πρέπει να δούμε πως οι οικογένειες αυτές συνήθως αναδιπλωμένες μέσα στον εαυτό τους προσπαθούν πάντοτε να παρουσιάζουν μια ανεπίληπτη εικόνα. Αυτή η έγνοια της εμφάνισης της τέλειας εικόνας που παρουσιάζουν στους άλλους συμβαδίζει με μια έλλειψη της εκφραστικότητας των αισθημάτων. Η επιθετικότητα, η οργή ακόμα και η σεξουαλικότητα δεν συμπεριλαμβάνονται καθόλου ή ελάχιστα μόνο στο φάσμα της έκφρασης και των σχέσεων των οικογενειών αυτών. Αυτό ισχύει και για τις εκδηλώσεις στοργής και τρυφερότητας (τόσο ανάμεσα στο ανδρόγυνο όσο και ανάμεσα στα παιδιά).

Οι μητέρες που συχνά περιγράφονται σαν ψυχρές, άκαμπτες, υπερπροστατευτικές, αποκαλύπτονται – σε βαθύτερη ανάλυση – πολύ καταθλιπτικές. Άξια εξέτασης είναι η σχέση των μητέρων αυτών με την ίδια τους τη μητέρα και η θέση τους μέσα στο γονεικό ζευγάρι. Διακρίνουμε διαταραχές ταύτισης ως προς την ίδια τους τη μητέρα, με την οποία η σχέση είναι πολύ αμφιθυμική: μητέρα απρόσεκτη χωρίς τρυφερότητα, απαγορεύουσα. Έτσι οι μητέρες των ανορέκτων αμφισβητούν το ρόλο τους ως καλή μητέρα, γεγονός που οδηγεί στην απάρνηση του παιδιού και στην ενοχή. Οι μητέρες αυτές προσπαθούν ασταμάτητα να αποδείξουν στον εαυτό τους πως η σχέση με το παιδί είναι καλή, ανταποκρινόμενες ή καλύτερα προλαμβάνοντας εκδηλώσεις ανικανοποίησης από τη μεριά του παιδιού. Η διατροφή κατέχει την πρώτη θέση σε αυτή την προσπάθεια και προσπαθεί να υπερκεράσει το αίτημα του παιδιού για αγάπη.

Προκαλεί επίσης εντύπωση η συχνότητα της παρουσίας της μητρικής γιαγιάς, η οποία συχνά επιβάλλει ολοφάνερα την βούληση της. Συχνά υποτιμά τη μητέρα, θεωρώντας την ακατάλληλη (στο μητρικό της ρόλο) απέναντι στην ανόρεκτη.

Ορισμένοι συγγραφείς αναφέρονται στην επίδραση που έχει η στάση των μητέρων των ανορέκτων με το ίδιο τους το σώμα. Είτε είναι λίγο παχύσαρκες, είτε αντίθετα «υπερθηλυκές», προσέχουν πολύ και ελέγχουν τη διατροφή τους και το βάρος τους και δεν αποτελούν ικανοποιητικό ή και προσιτό μοντέλο ταύτισης.

Στο συζυγικό επίπεδο, οι μητέρες αυτές παρουσιάζονται συχνά σαν ανικανοποίητες, ανεσταλμένες στην σεξουαλική συμπεριφορά τους, απογοητευμένες ως προς τις διανοητικές προσδοκίες και δυνατότητες τους. Συνεπώς ανατίθεται στο ανόρεκτο παιδί η φροντίδα να τις αποζημιώσει για τις απογοητεύσεις τους. Έτσι, η κόρη αυτή χάνει κάθε δυνατότητα να έχει αυτόνομες επιθυμίες.

Ο πατέρας των ανόρεκτων περιγράφεται, μερικές φορές σαν απών, σαν ανύπαρκτος. Στην πραγματικότητα φαίνεται ότι ακόμη και αν είναι παρών στον οικογενειακό σχηματισμό, τον παραμερίζουν ή θέτει ο ίδιος τον εαυτό του στο περιθώριο και θεωρείται από τη μητέρα ανάξιος σε ότι αφορά τους ρόλους του, του πατέρα και του συζύγου. Όσο πετυχημένος και αν είναι κοινωνικά και επαγγελματικά, περιγράφεται συνήθως σαν υποταγμένος και παθητικός μέσα στον οικογενειακό κύκλο.

 

ΕΞΕΛΙΞΗ ΚΑΙ ΠΡΟΓΝΩΣΗ

 

Το τελικό αποτέλεσμα μπορεί να ποικίλλει από την αυτόματη ανάρρωση μέχρι το θάνατο, ενώ η ασθένεια μπορεί να διαρκέσει από μερικούς μήνες μέχρι και ολόκληρη ζωή.

Η προσφυγή στον ψυχίατρο γίνεται σε ένα πολύ προχωρημένο στάδιο της νόσου. Διακρίνουμε τα εξής εξελικτικά στάδια της νόσου.

 

Α) Αρχικά η φάση της μάχης ενάντια στην πείνα.

Β) Μετά, η φάση της ακλόνητης αισιοδοξίας . Μέσα από την ανορεκτική στάση, η ευχαρίστηση και το αίσθημα εκπλήρωσης που αποκτώνται από την πετυχημένη απώλεια βάρους, έρχονται σε αντίθεση με τα προηγούμενα αισθήματα περιφρόνησης και δυσαρέσκειας.

Γ) Η τρίτη φάση αντιστοιχεί στην μεσοπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη εξέλιξη. Μπορεί να θεωρηθεί στο στάδιο αυτό η βελτίωση της διατροφής σαν προκαταρκτικό για οποιαδήποτε θεραπευτική προσπάθεια, η οποία θα γίνει με την προοπτική της σφαιρικότερης ανάπτυξης της θεραπείας σε όλα τα επίπεδα. Η ανάκτηση βάρους βεβαίως, δεν αρκεί σε καμιά περίπτωση για να επιτύχει κανείς μια σταθερή βελτίωση. Αλλά αν δεν πραγματοποιηθεί αυτή, συχνά η άρρωστη εγκαθίσταται μέσα στην καχεξία. Μερικές φορές οι βουλιμικές συμπεριφορές διαφυγής επιτρέπουν να μην απειληθεί άμεσα η ζωτική πρόγνωση από την καχεξία και να αποτραπεί η εισαγωγή στο νοσοκομείο. Οι συμπεριφορές αυτές συνδυάζονται συχνά με στοιχεία καταθλιπτικά ή ψυχοπαθητικά και εξηγούν τις παρατεινόμενες και χωρίς πρόοδο εξελίξεις.

 

Η εξέλιξη των μορφών που χρειάσθηκαν νοσοκομειακή περίθαλψη αποτέλεσε αντικείμενο για πολυάριθμες μελέτες και στατιστικές.

Τρεις είναι οι πιθανές εξελίξεις

 

Α) Ίαση σαν κατάληξη μιας απόλυτα ευνοϊκή εξέλιξης τόσο στο φυσιολογικό επίπεδο (βάρος, λειτουργία γονάδων), όσο και στο κοινωνικό επαγγελματικό επίπεδο (γάμος, απασχόληση) και στο προσωπικό βίωμα (ικανότητα να αντιμετωπίζει κανείς τις δυσκολίες της ζωής).

 

Β) Μέτρια εξέλιξη που χαρακτηρίζεται από μια κάποια βελτίωση, αλλά όμως σοβαρές δυσχέρειες παραμένουν και στα τρία επίπεδα.

 

Γ) Δυσμενής και βαριά εξέλιξη – όταν και τα τρία επίπεδα ζωής είναι επικίνδυνα διαταραγμένα, γεγονός που οφείλεται σχηματικά είτε στον χρόνιο υποσιτισμό, είτε στην καθαρά ψυχιατρική εξέλιξη, συνήθως με ψυχωτική μορφή.

 

ΘΕΡΑΠΕΙΑ

 

Υπάρχουν δύο βασικοί στόχοι. Ο πρώτος είναι να αποκατασταθεί η κατάσταση θρέψης του ατόμου. Στα ανορεκτικά άτομα, αυτό σημαίνει να επανέλθει το βάρος στα φυσιολογικά όρια. Ο δεύτερος στόχος είναι να τροποποιηθεί η παθολογική συμπεριφορά πρόσληψης τροφής του ατόμου, ούτως ώστε να κρατηθεί το βάρος σε φυσιολογικά όρια και να ελεγχθούν κατά το δυνατό τα επεισόδια προκλητών εμετών, η λήψη καθαρτικών και όλες οι άλλες παθολογικές συμπεριφορές.

Η θεραπεία είναι δυνατό να γίνει σε εξωνοσοκομειακό επίπεδο. Εντούτοις πολλοί ασθενείς μπορεί να χρειασθούν νοσηλεία. Ενδείξεις για νοσηλεία είναι σοβαρή απώλεια βάρους (π.χ. πάνω από 30% ) και απίσχνανση, η παρουσία υπότασης, υποθερμίας ή ηλεκτρολυτικών διαταραχών, παρουσία αυτοκτονικού ιδεασμού ή ψύχωσης, αποτυχία της εξωνοσοκομειακής θεραπείας.

Στο νοσοκομείο εφαρμόζεται αυστηρό πρωτόκολλο ώστε τα ανορεκτικά άτομα να κερδίζουν καθημερινά συγκεκριμένο βάρος και να ενισχύονται θετικά για αυτό π.χ. με άδεια να τους επισκεφθούν οι συγγενείς τους). Έτσι οι ασθενείς ζυγίζονται καθημερινά, η πρόσληψη και η απέκκριση των υγρών μετριέται, υπάρχει στενή παρατήρηση (ακόμη και στην τουαλέτα) μέχρι και 2 ώρες μετά τα γεύματα, για να αποτραπεί ο προκλητός εμετός. Γενικά αρχίζουμε με δίαιτα που παρέχει περίπου 500 θερμίδες περισσότερες από αυτές που απαιτούνται για να διατηρηθεί το τωρινό βάρος των ασθενών και αυξάνουμε τις θερμίδες σιγά σιγά μοιράζοντας την τροφή σε πολλά μικρά γεύματα (π.χ έξι την ημέρα). Σε άτομα με μεγάλη ελάττωση βάρους μπορεί να χρειασθεί σίτιση με ρινογαστρικό καθετήρα, όπως και προσεκτική διόρθωση των ηλεκτρολυτικών διαταραχών.

Όσον αφορά τη φαρμακευτική αγωγή, έχει δειχθεί ότι τα αντικαταθλιπτικά, μπορούν να ελαττώσουν τη συμπεριφορά της πρόκλησης εμετού. Ακόμα η κυπροεπταδίνη έχει βοηθήσει ορισμένα άτομα να βάλουν βάρος.

Θα πρέπει κατ’ αρχήν να υποβάλλουμε με αυταρχικό τρόπο τον ασθενή σε δίαιτα και να τον προειδοποιήσουμε ότι τις ημέρες που δεν θα κερδίζει βάρος θα τον τρέφουμε με τον καθετήρα. Πρέπει να εκτελούμε την απειλή μας εάν δεν παίρνει βάρος.

Συχνά αυτοί οι ασθενείς αντέχουν ως και 2800 θερμίδες. Με αυτή τη παροχή όλοι κερδίζουν βάρος και αν ο ιατρός έχει κύρος, τότε αρχίζουν να τρώνε. Θα πρέπει να επωφεληθούμε από αυτή τη περίοδο και να κάνουμε μια ψυχιατρική εκτίμηση. Αυτοί οι ασθενείς παρουσιάζουν πολύ σπάνια διάρροιες ή εμετούς γιατί το λεπτό έντερο παραμένει άθικτο για μεγαλύτερο διάστημα από τους υπόλοιπος ιστούς, διότι είναι το πρώτο που έχει πρόσβαση σε αμινοξέα.

Σε εξαιρετικές περιπτώσεις μπορεί να υπάρξει, όπως και στο kwarshiorkor, μια ατροφία των βλεννογόνων. Θα πρέπει να δώσουμε πρωτεΐνες διότι αυτές μπορούν να αποκαταστήσουν το βλεννογόνο. Μπορεί επίσης να υπάρξει μια ανεπάρκεια σε λακτάση γεγονός που δυσκολεύει την παροχή πρωτεϊνών διότι δεν μπορούμε να δώσουμε γάλα. Οι τροφές πρέπει να παρέχονται σε αρκετά εύπεπτη μορφή. Θα δώσουμε π.χ ένα λίτρο γάλα με ζάχαρη και κρέμα γάλακτος. Θα προσθέσουμε πουρέ από πατάτες στον οποίο θα έχουμε προσθέσει βούτυρο και κιμά από κρέας, ένα ή δυο αυγά τα οποία μπορούμε να βάλουμε στο γάλα.

Για να εμπλουτίσουμε την ποσότητα αυτή σε πρωτεΐνες μπορούμε να προσθέσουμε μία με δύο σούπες υδρολυμένων πρωτεϊνών ημερησίως ή ζωμούς που θα έχουν ένα ευχάριστο άρωμα και θα περιέχουν επίσης υδρολυμένες πρωτεΐνες. Θα προσθέσουμε επίσης κάποια φρούτα που θα προσφέρουν ένα συμπλήρωμα βιταμίνης . Στις ψυχογενείς ανορεξίες μεγάλης διάρκειας μπορεί να υπάρξει μια έλλειψη σε ολιγοστοιχεία που προκαλεί ανορεξία και εμποδίζει τη διατροφική αποκατάσταση. Αυτή είναι η περίπτωση του ψευδαργύρου, δεδομένου του ρόλου του στην πρωτεϊνική σύνθεση. Θα είναι καλό να δώσουμε κάθε μέρα μια κάψουλα που θα περιέχει την ημερήσια προτεινόμενη δόση των διαφόρων βιταμινών και ολιγοστοιχείων.

Όταν ο ασθενής επανέλθει στο βάρος του μπορούμε προοδευτικά να περάσουμε σε μια κανονική δίαιτα. Είναι χρήσιμο σε αυτούς τους ασθενείς να πολλαπλασιάσουμε τα μικρά γεύματα (πέντε γεύματα ημερησίως) για να αποφύγουμε το φούσκωμα που μπορεί να προκληθεί από πολύ βαριά γεύματα, γεγονός που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως δικαιολογία για άρνηση τροφής.

Πολλοί αδυνατισμένοι πάσχουν από πεπτική πτώση. Τα μεγάλα γεύματα επιφέρουν αδιαθεσίες στην περιοχή του επιγαστρίου, τις οποίες εκλαμβάνουν οι ασθενείς ως πεπτικές διαταραχές που προκαλούνται από τις τροφές.. Χρησιμοποιούν αυτό το γεγονός ως δικαιολογία για να τρέφονται με μικρές ποσότητες. Το αδυνάτισμα που προέρχεται από αυτή την ανεπαρκή διατροφή επιβαρύνει την πτώση και με αυτόν τον τρόπο οξύνονται οι πεπτικές διαταραχές. Από την άλλη, οι ασθενείς που έχουν μια νευρο-φυτική ανισσοροπία αισθάνονται με ιδιαίτερη ένταση και τις μικρότερες αδιαθεσίες.

Είναι σκόπιμο σε αυτές τις περιπτώσεις να ηρεμήσουμε τους ασθενείς και να τους απομακρύνουμε από το συνηθισμένο τους περιβάλλον. Τους τοποθετούμε σε πλήρη ανάπαυση στο κρεβάτι σε μια κλινική, γεγονός που έχει ως αποτέλεσμα τη νευρική εκτόνωση. Η ανάπαυση στο κρεβάτι εξαφανίζει ή μειώνει αισθητά τις αδιαθεσίες που προκαλεί η πτώση.

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

Εγχειρίδιο διαιτητικής -- Jean Lederer, Εκδόσεις Παρισιάνου

Η ψυχογενής ανορεξία -- JeanLuc Venisse, Εκδόσεις Χατζηνικολή

Νικήστε το πάχος -- Στέφανος Καραγιανόπουλος, Μοντέρνοι καιροί

Έθνος της Κυριακής -- 18 Μαΐου 2003

 

Υγιεινή διατροφή & διαιτητική -- Townsend-Roth

Φυσιολογία της θρέψης – Τεχνητή εντερική και παρεντερική διατροφή -- Σ.Ν Γεωργιάννος, Επιστημονικές Εκδόσεις Παρισιάνου

Περιοδικό Salve -- Τεύχος Νοεμβρίου 2003

Anorexia, Dying to be thin -- Life Skills Education

American Anorexia & Bulimia Association

Anorexia Nervosa & Related Eating Disorders

 

Το test αυτό δημιουργήθηκε για να βοηθήσει ένα άτομο να ανακαλύψει αν έχει κάποιο πρόβλημα στη σχέση του με το φαγητό. Απαντήστε με «ναι» ή «όχι» στις παρακάτω ερωτήσεις, προσπαθώντας να είστε όσο πιο ειλικρινής γίνεται.

 

Ø Νιώθεις πως βρίσκεσαι εκτός ελέγχου όταν τρως;

Ø Στερείς από τον εαυτό σου το φαγητό, τόσο ώστε να λιμοκτονείς;

Ø Νιώθεις πως έχεις τον έλεγχο όταν δεν τρως;

Ø Νιώθεις πως δε σου αξίζει να φας;

Ø Έχεις συνεχώς το φόβο πως θα πάρεις κιλά;

Ø Πιστεύεις πως είσαι υπέρβαρη, ακόμη και αν όλοι οι άλλοι σου λένε το αντίθετο;

Ø Νιώθεις τύψεις αφού φας;

Ø Αφού φας, κάνεις εμετό;

Ø Τρως υπερβολικά όταν είσαι στεναχωρημένη;

Ø Νιώθεις πως το φαγητό και το βάρος σου είναι τα μόνα πράγματα τα οποία μπορείς να ελέγξεις;

Ø Λες στον εαυτό σου πως είσαι άσχημη, παχιά, άχρηστη κτλ;

Ø Αποφεύγεις συγκεντρώσεις και εξόδους που περιλαμβάνουν φαγητό;

Ø Ντρέπεσαι για τις διατροφικές σου συνήθειες;

Ø Σκέφτεσαι συνέχεια το φαγητό, τις θερμίδες και τις συνταγές;

Ø Κάνεις συνέχεια γυμναστική για να χάσεις βάρος;

Ø Πιστεύεις πως θα είσαι πιο ευτυχισμένη αν χάσεις βάρος;

Ø Νευριάζεις όταν οι άλλοι σε ρωτάνε για τις διατροφικές σου συνήθειες;

Ø Είσαι μυστικοπαθής σχετικά με το τι τρως και τι δεν τρως και εκνευρίζεσαι όταν σε βλέπουν οι άλλοι να τρως και να πίνεις;

Ø Θες να είσαι τέλεια;

Ø Λες ψέματα για το βάρος που έχεις χάσει και το κρύβεις από τους άλλους φοβούμενη τις αντιδράσεις και τη γκρίνια τους;

Ø Πιστεύεις πως μπορεί να υποφέρεις από μια διατροφική διαταραχή;

Αν έχετε απαντήσει θετικά σε περισσότερες από 4 από τις παραπάνω ερωτήσεις, τότε μπορεί να υποφέρετε από κάποια διατροφική διαταραχή ή να βρίσκεστε στα πρόθυρα μια διαταραχής. Θα μπορούσατε λοιπόν να συζητήσετε με το γιατρό σας, ένα ψυχολόγο ή έναν ψυχίατρο ειδικευμένο σε θέματα διατροφικών διαταραχών.

 

Τόσο η ψυχογενής ανορεξία όσο και η ψυχογενής βουλιμία, είναι οι δύο συχνότερες και γνωστότερες διατροφικές διαταραχές. Και οι δύο είναι καταστάσεις που χαρακτηρίζονται από μεγάλη ανησυχία σχετικά με το σωματικό βάρος και διαστρεβλωμένη εικόνα για τον εαυτό, που οδηγεί σε σοβαρές διαταραχές στη διατροφική συμπεριφορά.

 

Αυτό που πρέπει σε κάθε περίπτωση να γνωρίζετε είναι πως όλες οι διατροφικές διαταραχές σχετίζονται όχι μόνο με την εμμονή για το φαγητό, αλλά και με ψυχολογικούς παράγοντες που επηρεάζουν όλους τους τομείς της ζωής των πασχόντων.

 

 

 

 

 

 

 

Νewsletter

Πόσες ημέρες έχει ένας χρόνος
Όνομα:
Email:

Chat


0 logins

Users: None

Chat Now!