Η μάνα που στέκει
Στην Αίγινα, έξω από το σπίτι του μεγάλου γλύπτη Γιάννη Καπράλου, στέκει μια μορφή επιβλητική. Η μάνα του.
Δεν κοιτάζει τη θάλασσα. Δεν ατενίζει τον ορίζοντα σαν ρομαντική φιγούρα. Στέκεται στραμμένη προς το σπίτι. Προς το παιδί της. Σαν άγρυπνος φρουρός της ύπαρξής του. Σαν μια σιωπηλή δύναμη που δεν έπαψε ποτέ να εποπτεύει, να προστατεύει, να κρατά όρθιο τον κόσμο του γιου της. Και ίσως εκεί βρίσκεται όλη η ουσία της μητρότητας.
Η μάνα δεν είναι μόνο εκείνη που γεννά. Είναι εκείνη που στέκει.
Η μορφή της στο έργο του Καπράλου δεν είναι τρυφερή με τον συνηθισμένο τρόπο. Δεν χαμογελά. Δεν εξιδανικεύεται. Είναι βαριά, γήινη, αρχέγονη. Μια μορφή σχεδόν δωρική. Σαν να κουβαλά επάνω της όλη τη μοίρα της ελληνικής μάνας: τη φτώχεια, τον κόπο, τη σιωπηλή αντοχή, την αυταπάρνηση. Κι όμως, αυτή η γυναίκα από ένα χωριό, χωρίς μόρφωση, βιοπαλαίστρια, είχε κάτι που συχνά λείπει ακόμη και από ανθρώπους καλλιεργημένους: πίστη. Πίστεψε στο παιδί της. Σε μια εποχή που η τέχνη θεωρούνταν πολυτέλεια, που οι φτωχές οικογένειες πάλευαν για την επιβίωση, η μητέρα του Καπράλου στήριξε τον γιο της να σπουδάσει Καλές Τέχνες. Και όχι μόνο στην Ελλάδα — αλλά στο Παρίσι, στην καρδιά της ευρωπαϊκής πρωτοπορίας. Αυτό ήταν σχεδόν αδιανόητο για την εποχή. Μια αγράμματη γυναίκα διέκρινε το μεγαλείο εκεί όπου οι άλλοι ίσως έβλεπαν μόνο ένα «άχρηστο όνειρο». Και δεν στάθηκε μόνο οικονομικά ή ηθικά δίπλα του. Πόζαρε για τα έργα του. Έγινε η ίδια έμπνευση, σώμα τέχνης, σύμβολο μνήμης και ρίζας. Έτσι η μητέρα μεταμορφώθηκε σε κάτι διαχρονικό: σε αρχέτυπο.
Η Μεγάλη Μητέρα υπάρχει σε όλους τους πολιτισμούς. Η Δήμητρα που θρηνεί και προστατεύει. Η Παναγία που αγκαλιάζει τον πόνο του κόσμου. Η γη που θρέφει χωρίς να ζητά ανταπόδοση. Γιατί η σχέση με τη μητέρα —ή με όποιο πρόσωπο υπήρξε μητρικό για εμάς— καθορίζει βαθιά τον ψυχισμό μας. Από το βλέμμα της μαθαίνουμε αν αξίζουμε να υπάρχουμε. Από την αγκαλιά της αν ο κόσμος είναι ασφαλής. Από τη στήριξή της αν μπορούμε να τολμήσουμε. Και τελικά, μητέρα δεν είναι μόνο ο βιολογικός δεσμός. Μητέρα είναι κάθε ψυχοτρόφος παρουσία. Κάθε άνθρωπος που μας θρέφει ψυχικά. Που μας κρατά όταν καταρρέουμε. Που βλέπει μέσα μας κάτι μεγαλύτερο από αυτό που βλέπουμε εμείς. Που μας επιτρέπει να ανθίσουμε. Γι’ αυτό και το άγαλμα της μάνας του Καπράλου δεν κοιτάζει τη θάλασσα. Κοιτάζει το σπίτι. Το παιδί. Το έργο της ζωής της. Και στέκει ακόμη εκεί, σαν υπενθύμιση πως πίσω από πολλούς μεγάλους ανθρώπους υπήρξε μια μορφή σιωπηλή, κουρασμένη, αφανής — αλλά τεράστια. Μια μάνα. Όπως έλεγαν και οι αρχαίοι Έλληνες: «Μήτηρ πάντων τιμιώτατον.» Η μητέρα είναι το πιο πολύτιμο απ’ όλα.