Ένα φιλί από της μάνας μου το στόμα
Στίχοι: Σε μια σχεδία δίχως σχέδια και πυξίδα, σκίζω στα δύο τη βαθειά γαλάζια λίμνη. Μόλις προσπέρασα την ύστατη νησίδα και ακουμπώ βαριά κατάκοπη στην πρύμνη. Ίσα που κράτησα νερό σ’ ένα δοχείο. Τ’ άλλα φορτία τα κρατάω στην ψυχή μου. Και τα αυτιά μου βασανίζει σαν ηχείο, μια βοή που μου μιλάει για τη ζωή μου. Έτσι πορεύομαι στη λίμνη Αχερουσία. Σε μια σχεδία μια ζωή, σε ένα σώμα. Κι αυτό που θα `θελα μονάχα στην ουσία, ένα φιλί από της μάνας μου το στόμα. Γνώρισα πόλεις μονοπάτια και ανθρώπους. Πρώτα αλλιώς μετά αλλιώς, μέχρι που είδα… όλα τα λάφυρα βρωμίζουνε τους κόπους και ο χρυσός, στα χέρια πέτρωσε του Μίδα.
Στην ουσία, ο στίχος αυτός δεν μιλά απλώς για τη μητέρα. Μιλά για την πρώτη πατρίδα του ανθρώπου. Πριν υπάρξει σπίτι, κοινωνία, έρωτας, επιτυχία, χρήμα, υπήρξε ένα σώμα που μας κράτησε ή δεν μας κράτησε. Μια αγκαλιά που μας δέχτηκε ή μας απέρριψε.
Εκεί αρχίζει όλη η μεταφυσική μας πείνα. Η λίμνη Αχερουσία, στη μυθολογία, ήταν πέρασμα προς τον Άδη. Δεν είναι τυχαία η εικόνα της σχεδίας. Ο άνθρωπος στο τέλος της ζωής του δεν ταξιδεύει με πλοίο θριάμβου αλλά με κάτι πρόχειρο, γυμνό, ευάλωτο. Ό,τι έχτισε μένει πίσω. Μαζί του παίρνει μόνο λίγο νερό και τα φορτία της ψυχής. Η κανάτα με το νερό είναι το τελευταίο απόθεμα συναισθήματος. Όχι πλούτος, όχι δόξα, όχι κοινωνική εικόνα. Νερό: το στοιχείο της μνήμης, του δακρύου, της μήτρας, της ζωής. Είναι το λίγο συναίσθημα που σώθηκε μέσα από τις ερήμους της ύπαρξης. Και τότε ο άνθρωπος καταλαβαίνει κάτι τρομακτικά απλό: στο τέλος δεν ζητά εξηγήσεις. Ζητά ντάντεμα. Ζητά να κουρνιάσει. Ζητά να πάψει για λίγο να είναι δυνατός. Ο Jung θα έβλεπε εδώ το αρχέτυπο της Μεγάλης Μητέρας. Η μητέρα δεν είναι μόνο το βιολογικό πρόσωπο. Είναι η βαθύτερη εικόνα προστασίας, αποδοχής, τροφής, επιστροφής. Γι’ αυτό όλες οι θρησκείες δημιουργούν μια αρχετυπική Μάνα: την Παναγία, τη Δήμητρα, την Ίσιδα, τη Γαία. Για όσους δεν είχαν μάνα που να χωρά την ψυχή τους, η ανθρωπότητα επινόησε μια Μητέρα μεγαλύτερη από τη βιογραφία. Γιατί δεν λαχαίνει σε όλους η μάνα ως καταφύγιο. Άλλοι γεννιούνται από μήτρες που τους έδιωξαν ψυχικά πριν ακόμη τους γεννήσουν. Άλλοι μεγάλωσαν με μητέρες παρούσες στο σώμα αλλά απούσες στην τρυφερότητα. Κι έτσι περνούν τη ζωή τους παριστάνοντας πως δεν έχουν ανάγκη. Μα η άρνηση της ανάγκης είναι συχνά η πιο σπαρακτική απόδειξή της. Ο Μίδας είναι το αντίθετο της μάνας. Ό,τι αγγίζει γίνεται χρυσός, αλλά νεκρώνεται. Ο πλούτος χωρίς αγάπη πετρώνει. Η επιτυχία χωρίς αγκαλιά γίνεται τάφος. Τα λάφυρα «βρωμίζουν τους κόπους», γιατί όταν αποκτώνται για να καλύψουν το αρχικό έλλειμμα, δεν χορταίνουν ποτέ. Η αρχαία φιλοσοφία το γνώριζε: ο άνθρωπος δεν σώζεται από την κατοχή, αλλά από τη σχέση. Ο Πλάτων μίλησε για την ανάμνηση μιας χαμένης πληρότητας. Ο Αριστοτέλης είδε τη φιλία ως αναγκαίο όρο της ευδαιμονίας.
Οι τραγικοί ποιητές ήξεραν πως η ύβρις του ανθρώπου είναι να πιστέψει ότι μπορεί να υπάρξει αυτάρκης. Κανείς δεν είναι αυτάρκης μπροστά στην Αχερουσία. Στο τέλος της ζωής, ίσως αυτό που μετρά δεν είναι πόσα κατακτήσαμε, αλλά αν υπήρξε έστω ένα στόμα που μας φίλησε χωρίς όρους. Αν υπήρξε μια αγκαλιά όπου δεν χρειάστηκε να αποδείξουμε τίποτα. Αν κάποτε νιώσαμε: «εδώ μπορώ να ακουμπήσω». Και αν δεν το ζήσαμε, τότε όλη η ζωή μπορεί να γίνει μια σχεδία που ψάχνει εκείνη την ακτή. Όχι την ακτή της δόξας. Την ακτή της μητέρας. Της πραγματικής ή της αρχετυπικής. Εκεί όπου ο άνθρωπος, κουρασμένος από τους ρόλους του, ξαναγίνεται παιδί και ζητά το μόνο ουσιαστικό: ένα φιλί από της μάνας του το στόμα.