Ακολουθώντας χωρίς “μα” & “μου” το κουνέλι που οδηγεί στη “χώρα των θαυμάτων”
Πώς να μη χάσεις τον εαυτό σου ακολουθώντας το Λευκό Κουνέλι
Η «Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων» μπορεί να διαβαστεί ως ένα παιδικό παραμύθι γεμάτο παραλογισμό. Μπορεί όμως να διαβαστεί και διαφορετικά: ως μια ιστορία ενηλικίωσης, εξουσίας, χειραγώγησης και, τελικά, ανάκτησης της προσωπικής ταυτότητας. Δεν είναι τυχαίο ότι η Αλίκη γεννιέται λογοτεχνικά μέσα στη βικτωριανή κοινωνία. Μια κοινωνία στην οποία το «καλό παιδί» —και ακόμη περισσότερο το «καλό κορίτσι»— όφειλε να γνωρίζει κανόνες, τρόπους και όρια. Σύγχρονες μελέτες επισημαίνουν ακριβώς αυτή την ανατρεπτική διάσταση του έργου: η Αλίκη δεν παραμένει το υποτακτικό κορίτσι που απλώς αποδέχεται όσα της λένε οι μεγαλύτεροι. Ρωτά, αμφισβητεί και τελικά αντιστέκεται. Ας τη δούμε λοιπόν συμβολικά.
Η Αλίκη: το παιδί που έμαθε να είναι «σωστό»
Η Αλίκη ξεκινά έχοντας μέσα της έναν ολόκληρο κόσμο κανόνων. Πρέπει να είναι ευγενική. Πρέπει να γνωρίζει τις σωστές απαντήσεις. Πρέπει να συμπεριφέρεται όπως αρμόζει. Πρέπει να μην αμφισβητεί υπερβολικά. Κι όμως, μόλις πέφτει στην κουνελότρυπα, οι γνώσεις και οι κανόνες που της έμαθαν δεν αρκούν. Αυτό είναι ίσως ένα από τα πιο σύγχρονα μηνύματα της ιστορίας. Γιατί ένα παιδί μπορεί να μεγαλώσει μαθαίνοντας πώς να είναι αρεστό, χωρίς ποτέ να μάθει πώς να αναγνωρίζει τον κίνδυνο. Μπορεί να μάθει υπακοή χωρίς διάκριση, ευγένεια χωρίς όρια, σεβασμό χωρίς δικαίωμα αμφισβήτησης. Και τότε, ως ενήλικας, μπορεί να δυσκολεύεται να πει την απλούστερη αλλά σημαντικότερη λέξη: «Όχι».
Το Λευκό Κουνέλι: αυτός που σου υπόσχεται ότι ξέρει τον δρόμο
Κάθε άνθρωπος κάποια στιγμή συναντά ένα «Λευκό Κουνέλι». Έναν άνθρωπο που φαίνεται να ξέρει περισσότερα. Έχει κύρος, πρόσβαση, γνωριμίες, εμπειρία. Ίσως είναι ένας καθηγητής, ένας εργοδότης, ένας μέντορας, ένας θεραπευτής ή οποιοσδήποτε εμφανίζεται να κρατά το κλειδί μιας πόρτας που εσύ θέλεις απεγνωσμένα να ανοίξεις. Και εσύ τον ακολουθείς. Όχι επειδή είσαι αφελής. Αλλά επειδή εκείνος φαίνεται να γνωρίζει τον δρόμο που εσύ ακόμη δεν γνωρίζεις. Εδώ βρίσκεται ο κίνδυνος της ανισορροπίας ισχύος. Ο νέος επιστήμονας θέλει μια θέση. Ο φοιτητής θέλει την αποδοχή του καθηγητή. Ο ειδικευόμενος χρειάζεται την υπογραφή και την εκπαίδευση του ανωτέρου. Ο νέος επαγγελματίας χρειάζεται συστάσεις. Ο ασθενής χρειάζεται θεραπεία. Η ανάγκη δημιουργεί ευαλωτότητα. Και η φιλοδοξία επίσης. Ένας έντιμος μέντορας χρησιμοποιεί την ισχύ του για να σε κάνει περισσότερο αυτόνομο. Ένας καταχρηστικός μέντορας μπορεί να χρησιμοποιήσει την εξάρτησή σου για να αυξήσει τη δική του ισχύ.
«Drink me»: όταν κάποιος σου ζητά να εμπιστευτείς πριν καταλάβεις
Η Αλίκη συναντά ένα μπουκαλάκι που γράφει «Drink me». Και πίνει. Η εικόνα είναι εξαιρετικά ισχυρή ως μεταφορά. Πόσες φορές στη ζωή μας δεχόμαστε κάτι επειδή συνοδεύεται από την κατάλληλη ετικέτα; «Εγώ ξέρω.» «Είμαι καθηγητής.» «Είμαι ειδικός.» «Έχω τόσα χρόνια εμπειρίας.» «Μη ρωτάς, εμπιστεύσου με.» Η επιστημονική αυθεντία είναι απαραίτητη. Η τυφλή υποταγή στην αυθεντία, όμως, είναι κάτι εντελώς διαφορετικό. Η ιατρική δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται συλλήβδην ως διεφθαρμένος χώρος· στηρίζεται σε επαγγελματικούς και δεοντολογικούς κανόνες και στην επιστημονική λογοδοσία. Ακριβώς γι’ αυτό, όταν υπάρχουν πιθανές παραβιάσεις, χρειάζονται έλεγχος, διαφάνεια και θεσμική διερεύνηση — όχι πίστη στο κύρος ενός τίτλου. Η πολύ πρόσφατη υπόθεση του Γιώργου Μαζωνάκη είναι χαρακτηριστική ως προς το γιατί πρέπει να περιμένουμε τα πραγματικά δεδομένα. Οι αρχές διερευνούν τις συνθήκες του θανάτου του και έχουν στραφεί, μεταξύ άλλων, σε επικοινωνίες και καταθέσεις προσώπων που βρίσκονταν στο ιατρείο. Κατηγορούμενη γιατρός έχει αρνηθεί παράνομη ή δόλια ενέργεια. Επομένως, δεν είναι δική μας δουλειά να εκδώσουμε ετυμηγορία πριν από τη Δικαιοσύνη. Είναι όμως αφορμή να θέσουμε ένα πολύ μεγαλύτερο ερώτημα: Μέχρι πού πρέπει να φτάνει η εμπιστοσύνη μας σε έναν άνθρωπο μόνο και μόνο επειδή φορά τη συμβολική “λευκή μπλούζα” της αυθεντίας;
Η Βασίλισσα των Κούπες: η εξουσία που δεν χρειάζεται να έχει δίκιο «Off with their heads!»
Η Βασίλισσα δεν επιχειρηματολογεί. Διατάζει. Συμβολικά είναι η εξουσία που απαιτεί υπακοή όχι επειδή έχει δίκιο αλλά επειδή μπορεί να επιβάλει συνέπειες. Τέτοιες μικρές «Βασίλισσες» μπορούν να υπάρξουν παντού. Και στο πανεπιστήμιο. Ένας καθηγητής μπορεί να αποτελέσει τον άνθρωπο που θα αλλάξει τη ζωή ενός νέου επιστήμονα, ανοίγοντας δρόμους και μεταδίδοντας γνώση. Μπορεί όμως, όταν απουσιάζουν όρια και λογοδοσία, να δημιουργηθεί και το αντίθετο μοντέλο: ο νεότερος να φοβάται ότι, αν αρνηθεί παράλογες απαιτήσεις, αν διαφωνήσει ή αν καταγγείλει κακομεταχείριση, θα χάσει μια θέση, μια δημοσίευση, μια σύσταση ή μια επαγγελματική ευκαιρία. Η εκμετάλλευση τότε δεν στηρίζεται απαραιτήτως στη σωματική δύναμη. Στηρίζεται στην ασυμμετρία εξουσίας. «Εγώ μπορώ να σου ανοίξω την πόρτα. Άρα μπορώ και να στην κλείσω.»
Ο Τρελοκαπελάς: όταν ο παραλογισμός γίνεται κανονικότητα
Στο τραπέζι του Τρελοκαπελά τίποτε δεν φαίνεται να ακολουθεί σταθερή λογική. Κι όμως όλοι συμπεριφέρονται σαν αυτή η πραγματικότητα να είναι φυσιολογική. Αυτό συμβαίνει συχνά και σε δυσλειτουργικά περιβάλλοντα. Στην αρχή κάτι σου φαίνεται παράλογο. Μετά το βλέπεις να επαναλαμβάνεται. Μετά βλέπεις όλους τους υπόλοιπους να το αποδέχονται. Και τελικά αρχίζεις να αναρωτιέσαι: «Μήπως το πρόβλημα είμαι εγώ;» Εκεί ακριβώς χρειάζεται να κρατήσεις το κέντρο σου.
Η Γάτα του Cheshire: δεν έχει σημασία μόνο ο δρόμος — πρέπει να ξέρεις πού θέλεις να πας
Η Γάτα αντιπροσωπεύει ίσως την πιο ώριμη στιγμή της ιστορίας. Όταν δεν ξέρεις πού θέλεις να πας, οποιοσδήποτε δρόμος μπορεί να μοιάζει σωστός. Και οποιοσδήποτε άνθρωπος μπορεί να παρουσιαστεί ως οδηγός. Η προσωπική πυξίδα προηγείται του μέντορα. Πριν ρωτήσεις: «Ποιον να ακολουθήσω;» χρειάζεται να έχεις αναρωτηθεί: «Ποια θέλω να γίνω;» Και τότε η Αλίκη μεγαλώνει Το σημαντικότερο στοιχείο του παραμυθιού είναι ίσως ότι η Αλίκη αλλάζει συνεχώς μέγεθος. Μικραίνει. Μεγαλώνει. Δεν χωράει. Δεν φτάνει. Σαν τον άνθρωπο που ακόμη δεν έχει σταθεροποιήσει την ταυτότητά του. Μπροστά σε κάποιον ισχυρό νιώθει μικροσκοπικός. Όταν ανακαλύπτει τη δύναμή του, μεγαλώνει. Και στο τέλος συμβαίνει το καθοριστικό: η Αλίκη παύει να φοβάται. Απέναντι στη Βασίλισσα και σε ολόκληρο το δικαστήριο καταλαβαίνει ότι η δύναμή τους υπήρχε σε μεγάλο βαθμό επειδή εκείνη δεχόταν τους κανόνες του παιχνιδιού τους. Τους κοιτάζει διαφορετικά. Και αντιλαμβάνεται ότι είναι απλώς μια τράπουλα από χαρτιά. Η συγκεκριμένη σκηνή έχει ερμηνευτεί ακριβώς ως στιγμή απελευθέρωσης από την παράλογη ενήλικη εξουσία: η Αλίκη σταματά να προσπαθεί να υπακούσει στους κανόνες ενός συστήματος που δεν βγάζει νόημα.
Πώς λοιπόν κρατάμε το κέντρο μας;
Όχι απορρίπτοντας κάθε αυθεντία. Όχι θεωρώντας κάθε γιατρό ύποπτο, κάθε καθηγητή εκμεταλλευτή ή κάθε μέντορα χειριστικό. Αλλά μαθαίνοντας να ξεχωρίζουμε την αυθεντία από τον αυταρχισμό. Να μπορούμε να θαυμάζουμε κάποιον χωρίς να του παραδίδουμε την κρίση μας. Να ζητάμε δεύτερη γνώμη. Να ρωτάμε «γιατί;». Να γνωρίζουμε τα όριά μας. Να κρατάμε γραπτά στοιχεία όταν μια επαγγελματική σχέση γίνεται προβληματική. Να έχουμε ανθρώπους έξω από το συγκεκριμένο σύστημα με τους οποίους μπορούμε να ελέγξουμε αν αυτό που ζούμε είναι πράγματι φυσιολογικό. Και κυρίως να παρατηρούμε ένα πολύ απλό σημάδι: Ο σωστός δάσκαλος δεν χρειάζεται να σε κάνει μικρό για να παραμείνει μεγάλος. Ο σωστός γιατρός δεν φοβάται την ενημερωμένη ερώτηση. Ο σωστός μέντορας δεν απαιτεί υποταγή ως αντάλλαγμα για μια ευκαιρία. Ο άνθρωπος που πραγματικά σε καθοδηγεί δεν σε κάνει περισσότερο εξαρτημένο από εκείνον. Σε προετοιμάζει για τη στιγμή που δεν θα τον χρειάζεσαι πια. Ίσως λοιπόν αυτή να είναι η πραγματική έξοδος από τη Χώρα των Θαυμάτων. Όχι να σταματήσουμε να ακολουθούμε Λευκά Κουνέλια. Αλλά να μη δίνουμε σε κανένα Κουνέλι την πυξίδα μας. Να μπαίνουμε στην κουνελότρυπα με περιέργεια, αλλά όχι χωρίς κρίση. Να ακούμε τους ειδικούς, αλλά να μη χάνουμε τη φωνή μας. Να επιτρέπουμε στους ανθρώπους να μας διδάσκουν, αλλά όχι να μας ορίζουν. Και κάποια στιγμή να μπορούμε, όπως η Αλίκη, να κοιτάξουμε κατάματα εκείνο που κάποτε μας τρόμαζε και να καταλάβουμε: Δεν χρειάζεται να μικρύνω εγώ για να φαίνεσαι εσύ μεγάλος. Γιατί η ενηλικίωση δεν αρχίζει όταν μαθαίνεις όλους τους κανόνες. Αρχίζει όταν αποκτάς τη διάκριση να καταλαβαίνεις ποιοι κανόνες αξίζουν τον σεβασμό σου — και ποιοι όχι.